ιεροδίκης


ιεροδίκης
ο
δικαστής - μέλος τού ιεροδικείου*.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο)-* + -δίκης (< δίκη)
πρβλ. ειρηνο-δίκης, χειρο-δίκης. Η λ. μαρτυρείται από το 1867 στον Ιω. Καρασούτσα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ιεροδίκης — ο δικαστής του ιεροδικείου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιερ(ο)- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα, που προσδίδει στο β συνθετικό τη σημασία «ιερός, θείος, άγιος, αφιερωμένος στον θεό». Επί πλέον, στη Νέα Ελληνική απαντά ως α συνθετικό όρων τής ανατομίας …   Dictionary of Greek

  • ιεροδικαστής — ο ο ιεροδίκης*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο) * + δικαστής. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Ελληνογαλλικόν Λεξικόν τού Αγγέλου Βλάχου] …   Dictionary of Greek

  • ιεροδικείο — το 1. μεσαιωνικό δικαστήριο το οποίο ασχολούνταν αποκλειστικά με την ανεύρεση και τιμωρία τών αιρετικών 2. μωαμεθανικό δικαστήριο που δίκαζε σύμφωνα με τον ιερό νόμο τού Ισλάμ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιεροδίκης. Η λ. στον λόγιο τ. ιεροδικείον μαρτυρείται… …   Dictionary of Greek

  • μουφτής — Αραβική λέξη (μούφτι), που την πήραν οι Τούρκοι (μουφτί) και από αυτούς οι Έλληνες. Σημαίνει κατά λέξη «αυτός που εκδίδει φετβά» (δηλαδή δικαστική απόφαση) και χαρακτηρίζει τον νομομαθή στον οποίο μπορεί να αποταθεί ένας ιδιώτης, μια κοινότητα ή… …   Dictionary of Greek

  • Νασρεντίν Χότζας — (Nasreddin Hoca, Χορτού 1208 – Σιβριχισάρ, Μικρά Ασία 1284). Τούρκος θυμόσοφος, πρωταγωνιστής ενός κύκλου μύθων παροιμιών και ανεκδότων, χάρη στα οποία έγινε θρυλικός. Διετέλεσε ιεροδίκης κα ιεροδιδάσκαλος και ήταν γνώριμος του Ταμερλάνου.… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.